Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Καπνοκράτωρ

Ανδρέας Στάικος, «Καπνοκράτωρ»

Και λίγο smoking -και foot- fetish! Και μάλιστα υψηλή κουλτούρα, όχι ό,τι κι ό,τι εικόνες του σωρού από το Internet! Το βιβλιαράκι αυτό είναι σενάριο θεατρικού έργου του Ανδρέα Στάικου, εξ ου και η φωτογραφία του εξωφύλλου.

Περισσότερο -ελληνικό- smoking fetish, στο blog ετούτο.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2007

Στα πόδια της: μαθαίνοντας πειθαρχία (Δούλος της θείας μου, κεφ. 3)

[Προηγούμενα κεφάλαια: 1. Δούλος της θείας μου, 2. Η σκύλα γυναικάρα]

Δούλος της θείας μου
Κεφάλαιο 3ο

Στα πόδια της - Μαθαίνοντας πειθαρχία

[Τα περιστατικά που θα σας διηγηθώ και σήμερα είναι, όπως θα δείτε, ακόμα στην αρχή. Θα προχωρήσω και σε πιο... προχωρημένα. Αλλά μένω τόσο πολύ σε αυτά, προσπαθώντας ακόμα να να εξηγήσω στους αναγνώστες και στον εαυτό μου τον ίδιο, πώς έγινα δούλος και τι πραγματικά ένιωθα εκείνες τις στιγμες που η φοβερή αυτή γυναίκα με υπέτασσε στην εξουσία της. Συγχωρέστε γι' αυτό, παρακαλώ, την φλυαρία μου. Περισσότερη δράση στα επόμενα.]

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το πρώτο πράγμα που κοιτάζω σε μια γυναίκα είναι τα πόδια της. Τα δάχτυλα των ποδιών της. Φυσικά. Διότι εκεί είναι η θέση μου. Τί άλλο να κάνει ένας δούλος, παρά να κατεβάζει τα μάτια του, να σκύβει και να προσκυνά την αφέντρα; Και να πώς έγινα δούλος των ποδιών της θείας.

Σας είχα πει τι ένιωθα κοιτώντας τα πόδια, τις δυνατές γάμπες, τα χυμώδη μπούτια και κωλομέρια της θείας μου, και πώς με είχε τσακώσει και με ρεζίλεψε μαλακίζοντάς με. Λίγες μερες μετά, λοιπόν, στεκόμουν όρθιος, αμίλητος, μπροστά της. Μου είχε πει αυστηρά να βγάλω το σκασμό και να μην τολμήσω να φέρω αντίρρηση σε τίποτε. Αυτή αναπαυτικά στον καναπέ, τα πόδια της γυμνά, απλωμένα επάνω στο τραπέζι. Με τρέλαινε και το ήξερε.

«Θα πάμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Θα έρθεις να με βοηθήσεις, να κουβαλάς τα πράγματα. Πιάσε τις σαγιονάρες και φόρεσέ τες μου.»
Έσκυψα και έκανα ό,τι μου είπε.

Γυρίζαμε από το σούπερ μάρκετ ιδρωμενοι. Καλοκαίρι, φοβερή ζέστη έξω. Κι εγώ φορτωμενος τις τσάντες με τα ψώνια - όλες τις τσάντες εννοώ· αυτή δεν κουβαλούσε τίποτε (παρά την τσάντα της), μόνο περπατούσε δυναμικά ένα βήμα μπροστά μου, η σκύλα, και δεν ήξερα πού να καρφώσω το βλέμμα μου, στα κωλομερια της που κουνιόνταν προκλητικά και κόντευαν να σκίσουν την κολλητή της άσπρη φούστα (από μέσα φαινόταν το μαύρο κυλοτάκι της) ή στα πόδια της που πατούσαν γερά και αποφασιστικά τό έδαφος;

Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα τα πάντα, νόμιζα ότι οι πλάκες του πεζοδρομίου και η άσφαλτος κόντευαν να λιώσουν. Αλλά δεν ήξερα από τι πραγματικά καίγονταν περισσότερο· από τις καυτές ακτίνες του ήλιου ή από τα δυνατά πόδια της θείας μου, που καθώς τα πέλματά της πάταγαν γερά κι αποφασιστικά τις πλάκες, τις έλιωναν κάτω τους;

Η θεία περπατούσε αγέρωχα, τα τροφαντά καπούλια της κόντευαν να σκίσουν την φούστα και τα πόδια της έλιωναν το έδαφος, ενώ τα σκούρα κόκκινα νύχια των ποδιών της έλαμπαν στον ήλιο. Εγώ, πλάι και λίγο πίσω της (ασυναίσθητα δεν τολμουσα να πάω πλάι-πλάι) της, ίδρωνα κουβαλώντας τις τσάντες με τα ψώνια και καρφώνοντας τα μάτια μου πότε στα κωλομέρια, πότε στις γάμπες και τα πόδια της. Ένα μικρό μαύρο πραγματάκι επάνω στην άσπρη πλάκα, ένα μυρμήγκι, για μια στιγμή το πρόσεξα, ερχόταν από το πλάι· η μικρή του ζωή τελείωσε κάτω από το πόδι της θείας, χωρίς ούτε αυτό να προλάβει να καταλάβει, ούτε η θεία να το προσέξει φυσικά. Άτυχο, ή τυχερό; τί άλλο θα μπορούσε να εύχεται το ταπεινό μυρμηγκάγκι, εμπρός στην ασυγκράτητη δύναμη της θεάς; Την στιγμή που το έλιωνε, ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά, καύλωσα, μου κόπηκαν τα γόνατα γιατί ένιωσα ότι κι εγώ ήμουν το μυρμήγκι της και ποθούσα να μου δείξει την δύναμή της, να με πατήσει κάτω.

Φτάσαμε σπίτι ιδρωμένοι.

«Άστα κάτω και μείνε εδώ.» Κάθησε στον καναπέ και άπλωσε τα πόδια.

«Τρέχα φέρε μου ένα ποτήρι νερό να πιώ.» Έπινε το κρύο νερό αργά, απολαμβάνοντάς το, ενώ εγώ στεκόμουν όρθιος μπροστά της, περιμένοντας να πάω το ποτήρι πίσω στην κουζίνα. Άπλωσε τα πόδια της επάνω στο τραπέζι και άφησε το ποτήρι πέρα. Κοίταζα αμίλητος.

«Σ' αρέσουν ε;! Δεν ξεκολλούσες τα μάτια σου, καυλιάρη, ε καυλιάρη!» μου φώναξε ξαφνικά, γελώντας κοροϊδευτικά. Είχα αιχμαλωτιστεί και με έπαιζε όπως την άλλη φορά - το ήξερα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Δεν μπορούσα να αντισταθώ σε αυτήν την γυναίκα.

«Γονάτισε και βγάλε μου τις σαγιονάρες. Κάνε μου μασάζ στα πόδια. Γαμήθηκα μ᾿ αυτήν την κωλοζέστη.» Γονατιστός μπροστά της, πήρα αργά την σαγιονάρα από το πόδι της.

«Μην την αφήνεις κάτω, μύρισέ την.» Κόμπιασα. «Άκουσες τι σου είπα, μύρισέ την», είπε αυστηρά, με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Έφερα την σαγιονάρα στην μύτη μου. Ένιωσα την ποδαρίλα της. Τον ιδρώτα της. Ένιωσα μια απέχθεια από την μυρωδιά, αλλά και κάτι άλλο, ισχυρότερο. Γιατί η μυρωδιά αυτή, ήταν η καύλα της, οι χυμοί της, η γυναικεία μυρωδιά της, η μυρωδιά της δύναμής της, της εξουσίας της.

«Άσ᾿ την σαγιονάρα κάτω τώρα», είπε. «Σ᾿ αρέσει το πόδι μου, ε; Έλα κοντά, σκύψε, κοίταξέ το καλά». Έσπρωξε το πόδι της στο πρόσωπό μου.

«Σ᾿ αρέσει. Φίλησέ το! Φίλα το πόδι της θεάς σου!» είπε γελώντας αυτάρεσκα.

Φίλησα, τρέμοντας, μόλις ακουμπώντας με τα χείλη, όπως φιλάμε ιερό εικόνισμα, τα βαθυκόκκινα βαμμένα νύχια του ποδιού της.

Και τότε έσπρωξε το πόδι της στην μύτη μου. Μου έπιασε την μύτη με τα ιδρωμενα ποδοδάχτυλά της, τα πίεζε και τα έτριβε στα ρουθούνια μου.

Η ποδαρίλα της μου τρύπησε τα ρουθούνια, χύθηκε μεσα μου και μου τρέλανε το μυαλό μαζί. Ένιωσα να λιποθυμώ. Το είχα φαντασιωθεί άπειρες φορές, αλλά η πραγματικότητα ήταν ένα σοκ που δεν μπορούσα να φανταστώ.

Η απέχθεια από την μυρωδιά νομίζετε ότι με ξύπνησε από τις φαντασιώσεις; Όχι, όσο κι αν με ξένισε, και με αηδίασε προς στιγμήν, όμως με αιχμαλώτισε· σαν δυσάρεστο αρχικά στην γεύση, αλλά ισχυρό φάρμακο - τι λέω, σαν πανίσχυρο μαγικό φίλτρο, με έδεσε τότε και για πάντα.

Η θεία ήταν πια ασταμάτητη, ένιωθα σαν το κουνέλι που το κατασπαράζει η λέαινα. Έσυρε το πόδι της σπρώχνοντάς το στο πρόσωπό μου, από την μύτη ως το στόμα. μου άνοιξε τα χείλη με το μεγάλο δάχτυλο. Τά ᾿χα χαμενα.

Ήταν τρομερό, αν υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα να σκεφτώ λογικά: το πόδι της, το άπλυτο, ιδρωμενο πόδι της, στο στόμα μου! Και δεν μπορούσα να αντισταθώ, τί είχα πάθει; Άνοιξα υποταγμενος το στόμα.

Τα ποδοδάχτυλά της, δυνατά, μεγάλα και καλοσχηματισμενα, η καμάρα του ποδιού της, η γερή της φτέρνα, ο αστράγαλος κι οι δυνατές της γάμπες - παραπάνω δεν τόλμησα, ούτε σκέφτηκα να κοιτάξω - τα πόδια που πατούσαν γερά αλλά και ελαστικά και έλιωναν τη γη, μου ξέσκιζαν τώρα το μυαλό και πατούσαν εμενα. Τα πόδια της θεάς με είχαν κάνει χαλί και με πατούσαν. Η σκύλα με πατούσε κάτω και ήξερα ότι πια με είχε εξουσιάσει για πάντα.

Άνοιξα το στόμα μου και η θεία έσπρωξε όλο το πόδι της μεσα. με μπούκωσαν τα δάχτυλα και η γεύση της.

«Σκάσε και γλύφε! Γλύφε τσολάνι, ξέρω ότι σ' αρέσει!» ακούστηκε η δυνατή, κοροϊδευτική και αυστηρή φωνή της.

«Γλύψτα καλά, κακομοίρη μου, μη φας το ξύλο της χρονιάς σου! Τη γλώσσα σου σ᾿ ένα-ένα τα δάχτυλα, χώσε τη γλώσσα ανάμεσα στα δάχτυλα με τη σειρά, και κάν᾿ τα λαμπίκο· μην αφήσεις σημείο άγλυφτο.»

Έγλυφα, έγλυφα, και προσκυνούσα την θεά μου. Έγλυφα και γευόμουν την ποδαρίλα της θεάς μου. Έγλυφα, δεν ξέρω πόσην ώρα.

«Αρκετά. Σήκω πάνω και μην πεις λέξη. Και άκου προσεκτικά γιατί δεν θα το ξαναπώ. Από σήμερα είμαι η αφέντρα σου. Με το που θα με βλέπεις, κι όταν θα φεύγεις, θα γονατίζεις και θα μου φιλάς τα πόδια, χωρίς να πεις λέξη. Κατάλαβες;»

Δεν μίλησα, δεν είχα την δύναμη να βγάλω μιλιά, αλλά και δεν χρειαζόταν να συμφωνήσω. Οι προσταγές της ήταν νόμος, και το ήξερε.

«Τσακίσου φύγε τώρα, κι αύριο όπως είπαμε, έχεις να μάθεις πολλά ακόμη». Γέλασε με τις τελευταίες λέξεις.

«Μάλιστα θεία», ψέλλισα φοβισμενος, «γεια σας», κι έκανα να φύγω.

Το μάγουλό μου άναψε, είδα αστράκια. Πέρασαν αρκετές στιγμες πριν συνέλθω και καταλάβω τι συνέβη. Το χαστούκι που είχα μόλις φάει θα το θυμάμαι για καιρό.

Πριν προλάβω καλά-καλά να συνέλθω και με το μάγουλο να τσούζει, με έσυρε άγρια τραβώντας με απ᾿ το μαλλί, με έσπρωξε γερά μπρούμητα στον καναπέ, και με την σαγιονάρα στο χέρι με έδερνε δυνατά στον κώλο!

Παφ! Παφ! Παφ! Παφ!

Με δύναμη, τη μια μετά την άλλη, μου άναβε τα πισινά, με τρέλαινε στον πόνο:

Παφ! Παφ! Παφ! Παφ!

«Αλήτη! Βρωμιάρη! Στον αέρα μιλάω τσογλάνι; Στον αέρα μιλάω; Δεν σού ᾿πα μόλις τώρα πως πριν φύγεις θα γονατίζεις και θα μου φιλάς τα πόδια; Δεν στό ᾿πα, αλήτη;»

Παφ! Παφ! Παφ! Παφ!

Μου τράβηξε το παντελόνι κάτω δυνατά, μαζί πήρε και το σώβρακο, κάτω ως τα γόνατα. Με κρατούσε ξεβρακωμενο μπρούμητα στον καναπέ και με χτύπαγε άγρια, με θυμό, στον γυμνό μου κώλο:

Σπαφ! Σπαφ! Σπαφ! Σπαφ!

Η λαστιχένια σαγιονάρα έσκαζε με δύναμη κι έβαζε φωτιές στα πισινά μου. Όλο και δυνατότερα! Ούρλιαξα:

«Φτάνει! Πονάω! Συγγνώμη! Φτάνει! Φτάνει! Συγγνώμη! Πονάω!» Φώναζα σοκαρισμενος και έκλαιγα και ούρλιαζα απ' το τσούξιμο, το σοκ, και την ντροπή μου.

«Σκάσε! Σκάσε, τσογλάνι, μην φας κι άλλες! Άμα δεν παίρνεις από λόγια, θα σε μάθω εγώ με το άγριο να υπακούς, μαλακισμενο, θα σε μάθω εγώ πειθαρχία, θα σε μάθω τρόπους, παλιομαλακισμενο!»

Σπαφ! Σπαφ! Σπαφ! Σπαφ!

Τα πισινά μου έβγαζαν φωτιές, χτυπιόμουν τρελαμενος, φώναζα κι έκλαιγα.

Με τράβηξε απ᾿ το μαλλί - δεν ξέρω πόσες είχα φάει, κόντευα να τρελαθώ - και με σήκωσε.

«Τσακίσου φύγε.» Τό είπε τόσο ψυχρά, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Σαν αυτό που μου έκανε να μην ήταν τίποτα γι' αυτήν. Με πάγωσε!

Γονάτισα (πήγα να πέσω, καθως μπλέχτηκα με το παντελόνι και το σώβρακο πεσμενα στα γόνατά μου ακόμη), της φίλησα τα πόδια και τα ύγρανα με τα δάκρυά μου.

Σηκώθηκα κι έφυγα γρήγορα μαζεύοντας τα παντελόνια μου. Πρόλαβα όμως φεύγοντας και πρόσεξα το βλέμμα της. Με ικανοποίηση και ηδονή για το πώς με είχε εξουσιάσει (έτσι μου φάνηκε), απολάμβανε την δύναμή της. Και σε μια στιγμή, κοροϊδευτικά, να κοιτά το πράμα μου.

Έφυγα. Το κεφάλι μου γύριζε, ο πισινός μου έτσουζε, στα ρουθούνια, στη γλώσσα και στο μυαλό με τρέλαινε ακόμη η μυρωδιά και η δύναμη των ποδιών της. Είχα γίνει σκλάβος της. Μου είχε τσακίσει την θέληση, με είχε πατήσει κάτω και με είχε ξευτυλίσει. Και ήμουν καυλωμενος.

Μόνος μου τώρα, τα σκεφτόμουν και ήμουν καυλωμενος όσο ποτέ. Τραβούσα μαλακία και σκεφτόμουν τι πέρασα. Τι ρεζιλίκι! Είχα συρθεί κάτω και γλύψει τα ιδρωμένα πόδια της ίδιας μου της θείας! Με είχε ξεβρακώσει, ολόκληρον άντρα, σαν άτακτο μωρό, και μου τις είχε βρέξει, βάζοντας φωτιά στα πισινά μου! Άμα τα σκεφτόμουν λογικά, θα έπρεπε να τρελαθώ. Αλλά εμένα με έτρωγε ακόμα περισσότερο η σκέψη τι άλλο ήταν δυνατόν να περάσω αύριο. Τί θα γινόταν; Τί άλλο θα μου έκανε; Πώς θα γλύτωνα από αυτήν την σκύλα; Κι αν μαθευόταν; Έτρεμα! Έτρεμα, και όμως δεν έβλεπα την στιγμή να πέσω πάλι στα πόδια της. Ξανάφερα στο μυαλό μου τα πόδια της στο στόμα μου. Τα χέρια της να ξαναβάζουν φωτιά στα πισινά μου. Και έχυσα και πλημμύρισα τον τόπο.

[Συνεχίζεται. Επόμενο κεφάλαιο: «Τα καψόνια της εκπαίδευσης»]

Η σκύλα γυναικάρα (Δούλος της θείας μου, κεφ. 2)

[Προηγούμενα κεφάλαια: 1. Δούλος της θείας μου]

Δούλος της θείας μου
Κεφάλαιο 2ο

Η σκύλα γυναικάρα

[Παρέκβαση, για να περιγράψω την θεία. Την ιδανική γυναίκα- σκύλα- αφέντρα- θεά. Το σημερινό κείμενο είχε γραφτεί παλιότερα, ανεξάρτητα, αλλά ταιριάζει γάντι στην αφέντρα θεία. Η συνέχεια των περιπετειών με την αφέντρα θεία στο επόμενο: «Στα πόδια της: μαθαίνοντας πειθαρχία». Πώς η θεία μου με έμαθε τρόπους και πειθαρχία με την βέργα, μου έσπασε κάθε τσαμπουκά, με έμαθε ποια είναι η αφέντρα και με έκανε υπάκουο δούλο με σκληρά καψόνια.]

Ήταν γυναικάρα με τα όλα της. Όχι καλλονή ή μοντέλο, ούτε καν όμορφη θά 'λεγε κανείς. Μακριά από τις τέλειες αναλογίες, ούτε πολύ ψηλή (σωματώδης ωστόσο, νταρντανογυναίκα). Στα 30-35 της χρόνια, 1,70 το ύψος. Ούτε ευγενικά και κομψά χαρακτηριστικά, ούτε καμιά λεπτότης στο σώμα, τις κινήσεις ή τους τρόπους. Αλλά ήταν γυναικάρα· γυναικάρα-ηφαίστειο, σάρκα γεμάτη και καυτή, όλο ζουμιά και καύλα. Μια τσούλα λαϊκιά με την προστυχιά στο βλέμμα, γυναίκα σεξουάλα, καυλιάρα γκόμενα, πουτάνα· πουτανάρα με τα όλα της, καραπουτανάρα σωστή. Όχι, δεν προκαλούσε το θαυμασμό στα μάτια· την καύλα, την καύλα στο πράμα και τα ζωώδη ένστικτα στο μυαλό άναβε και θέριευε η σκρόφα. Με το που έστρεφε πάνω σου το πρόσωπό της με τα σαρκώδη χείλη και τα φουσκωμενα ζυγωματικά, με το που σε κάρφωνε προκλητικά και πρόστυχα, με τα μάτια της (τα λαμπερά και πεινασμενα, αλλά και πονηρά, γεμάτα αυτοπεποίθηση και εξουσία, σκύλας μάτια), γλείφοντας χυδαία τα χείλη, σε καύλωνε όχι απλά στα σκέλια, αλλά στο σώμα και στο μυαλό ολόκληρο, σού αφαιρούσε κάθε θέληση και σε αιχμαλώτιζε, σε έκανε ζώο ξαναμμενο, αδύναμο παιχνίδι στα χέρια της, δούλο της θέλησής της και άβουλο όργανο για τα βίτσια της.

Ήταν γεμάτη, αλλά όχι παχιά. Θα τήν έλεγε δηλαδή κανείς και λίγο παχιά, αλλά λες και δεν ήταν τόσο από λίπος όσο από καύλα φουσκωμενη η σάρκα της. Σαρκώδης και χυμώδης πουτανάρα, καυλιάρα γυναικάρα, με τη σάρκα της να ξεχειλίζει σφριγηλή, καυτή και ζουμερή απ' τα στήθια, τις μπουτάρες και τα κωλομερια της. Μπούτια και κωλομέρια, μπούτια και κωλομερια που σέ κατάπιναν, σέ έσφιγγαν, σέ ρούφαγαν και σέ βύθιζαν στην άβυσσο. Αν το βλέμμα της σέ αιχμαλώτιζε και σέ έκανε ανήμπορο κουτάβι να πέφτεις στα γόνατα και να φιλάς τα πόδια της, τα πισινά της όχι απλά σέ άναβαν, σέ έκαναν να χάσεις το φως σου, να εκραγείς στην καύλα σου και να πνιγείς στα χύσια σου.

Φόραγε φούστα όχι πολύ κοντή (μόλις πάνω από τα γόνατα), αλλά στενή, ένα νούμερο κάτω από το κανονικό της, έτσι που να σφίγγει γύρω από τη σάρκα της, σάρκα που ξεχείλιζε καυτή κάτω και μεσα από το ύφασμα (η φούστα λες και αγωνιζόταν χωρίς να καταφέρνει να καλύψει τα σαρκώδη μεριά που κόντευαν να τή σχίσουν). Έτσι που περπατούσε κουνώντας τα καπούλια της σαν φοράδα ξαναμμενη (αλόγα με μυαλό, βλέμμα και «δόντια» σκύλας) (αλλά και να στεκόταν ή να καθόταν πάλι θαρρείς ταλαντεύονταν πρόστυχα τα καπούλια της), έτσι που φούσκωναν τα κωλομερια της και τέντωναν κολλημενη πάνω τους την φούστα (με την γραμμή της κιλότας της, στενή κι αυτή, να διαγράφεται καθαρά και προκλητικά κάτω από το λεπτό και τεντωμενο ύφασμα της φούστας), θαρρείς κι έσφιζε η σάρκα της από καύλα, δονούνταν από ερωτικούς σπασμους κι ήταν έτοιμη να εκραγεί, να ξεσχίσει το ύφασμα σε χίλια κομμάτια και να διαλύσει το σύμπαν μ' έναν παντοδύναμο οργασμό.

[Συνεχίζεται. Επόμενο κεφάλαιο: «Στα πόδια της: μαθαίνοντας πειθαρχία»]

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Ισορροπία στο χείλος της αβύσσου

Roald Dahl, «Ο θείος Όσβαλντ»

Προσκυνώ στα πόδια σου, γυναικάρα μου, θεά μου.

Dangling. Το γεμάτο αυτοπεποίθηση και δύναμη παιχνίδι της δυναμικής και σέξυ γυναίκας, το ακριβό, ημιδιαφανές καλσόν, το ψηλό τακούνι, η δύναμη και η ελαστικότητα μαζί της καμπύλης του θεϊκού ποδιού, η άνεση της αφέντρας που παίζει και ισορροπεί την γόβα στα δάκτυλα, όπως κι εμάς μας παίζει με τις άκρες των δαχτύλων κι ισορροπούμε στο χείλος της αβύσσου, εμπρός στην θεϊκή της δύναμη, κι άμα βαρεθεί, ανέμελα, με το μικρό της δαχτυλάκι μας σπρώχνει και ρίχτει στον γκρεμό, στο χάος της αβύσσου και στον ίλιγγο της έκστασης, η σέξυ γυναικάρα και θεά.

Έχετε αγοράσει βιβλίο μόνο για το εξώφυλλο; Κανονικό βιβλίο, καθωσπρέπει λογοτεχνίας, σοβαρού εκδοτικού οίκου. Ο φετιχιστής που έφτιαξε το εξώφυλλο αυτό ξέρει, ξέρουμε και εμείς. Το εξώφυλλο: Roald Dahl, «Ο θείος Όσβαλντ», εκδόσεις Άγρα, 2004.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

Δούλος της θείας μου (διήγημα σε συνέχειες)

[Το διήγημα «Δούλος της θείας μου», είχε δημοσιευθεί ως σειρά ιστοριών στον παλιό καλό «Ευταξία», αλλά είχε μείνει ημιτελές. Τώρα θα το ανεβάσω εδώ σιγά-σιγά ολόκληρο, με πολύ περισσότερα κεφάλαια.
Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο: Πώς έγινα δούλος της θείας μου
Προσεχώς: 2. Η σκύλα γυναικάρα, 3. Στα πόδια της θείας, 4. Τα καψόνια της εκπαίδευσης, κ.ά. πολλά.
Σημείωση: Το διήγημα, όπως κάθε διήγημα, είναι φανταστικό. Αν και τι βασίζεται σε πραγματικά ερεθίσματα, το ξέρει μόνο ο συγγραφέας.]

Δούλος της θείας μου
Κεφάλαιο 1ο

Πώς έγινα δούλος της θείας μου

Θα σας διηγηθώ το περιστατικό που με έκανε για πάντα δούλο των γυναικών, οριστικά και αμετάκλητα εννοώ, αφού την προδιάθεση την είχα από πάντα. Ήταν η ίδια μου η θεία αυτή -γυναίκα του αδελφού της μάνας μου- που με έκανε σκυλάκι στα πόδια της. Αρκετά χρόνια πριν, πήγαινα σχολείο ακόμη, δεν είχα πάει με γυναίκα, γύρω στα 30-35 η θεία. Δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε όμορφη, αλλά, πώς να το πω, ήταν γυναίκα, γυναίκα σεξουάλα, γεμάτη και ζουμερή, σάρκα καυτή, όλο χυμούς και καύλα. Έφερνα στο μυαλό μου τα σαρκώδη χείλη της, τα φουσκωμένα ζυγωματικά της, το λαϊκό, πρόστυχο βλέμμα της και τα βρωμόλογα που πετούσε με άνεση και αυτοπεποίθηση -δεν ήταν των σαλονιών, ούτε στην γλώσσα, ούτε στο ύφος και στο παρουσιαστικό- και το έπαιζα στην τουαλέτα. Ξεχείλιζε η σάρκα της καυτή, τα πισινά της και τα στήθη της κοντεύανε να σκίσουν την στενή φούστα (ως το γόνατο, αλλά όταν καθόταν σταυροπόδι... κι εκείνο το σκίσιμο στο πλάι... το ύφασμα έσφιγγε εφαρμοστό τα κωλομερια της κι από κάτω φαινόταν καμμιά φορά η γραμμή της κιλότας της...) και μπλούζες που φορούσε. Έφερνα στο μυαλό μου τα μπούτια και τα κωλομέρια της κι ένιωθα να με καταπίνουν. Την έβλεπα να περπατά σαν φοράδα ξαναμμένη, τις δυνατές της γάμπες, τα σαρκώδη μπούτια, τα θρεμμένα κωλομερια, και έβριζα από μέσα μου παίζοντας το πουλί μου, φοράδα, σκύλα ξαναμμένη, καυλιάρα γκόμενα, καριόλα, γυναικάρα, πουτάνα, πουτανάρα, σκρόφα, καραπουτάνα με τα όλα της. Ένιωθα τα ξαναμμένα της καπούλια έτοιμα να εκραγούν από την καύλα και, πράγματι, η έκρηξη γινόταν στην... παλάμη μου και πλημμύριζα τον τόπο.

Δεν μπορώ ούτε να φανταστώ πόσες φορές το έπαιξα γι' αυτή την γυναίκα. Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Μια μέρα πάντως, δεν θυμάμαι πώς, βρέθηκα μόνος μαζί με την θεία σπίτι της (ο θείος και οι δικοί μου ή είχαν πάει κάπου ή τούς περιμέναμε). Η θεία μου όρθια επάνω στην καρέκλα, κι εγώ από κάτω, της έδινα κάτι μπιμπελό να τα βάλει στην βιβλιοθήκη, στα ψηλά ράφια, που είχε ξεσκονίσει. Με την στενή της φούστα, όπως πάντα, και λεπτό, μαύρο καλσόν, επάνω στην καρέκλα. Εκεί ήταν που το σκίσιμο της μαύρης εφαρμοστής φούστας σαν κεραυνός άστραφτε στα μάτια μου φανερώνοντας στιγμές- στιγμές, ανάλογα με την στάση της, μέχρι ψηλά τους θεϊκούς μηρούς, τα χυμώδη μπούτια. Τα έχασα, κοίταζα σαν χαμένος, σαν κεραυνόπληκτος είχα καρφώσει το βλέμμα μου επάνω της.

Μια φωνή με ξύπνησε:

«Τί κάνεις εκεί; Ξύπνα, σου μιλάω!»

«Ναι, τι...», ψέλλισα, καθώς πετάχτηκα ξαφνιασμενος. Είδα το βλέμμα της και πάγωσα· είχε καταλάβει. Ακόμα σκέφτομαι όμως τι πραγματικά σήμαινε εκείνο το βλέμμα. Μου είχε φανεί τότε ότι είχε ξαφνιαστεί και θυμώσει μαζί μου, και τα 'χα χάσει από τον φόβο μου. Νομίζω όμως σήμερα -και μ' όσα ακολούθησαν- ότι μάλλον είχε καταλάβει πολύ καιρό πριν πώς την κοίταζα, και τα είχε σχεδιάσει όλα εξ αρχής.

«Τί κάνεις εκεί;» μου φώναξε αυστηρά και μ' έκανε να παγώσω. «Τα μπούτια μου κοιτάς;»

«Όχι, τίποτε...», έκανα φοβισμένα.

«Μην μου λες όχι εμένα, σε βλέπω τόση ώρα, που σού 'χουν πεταχτεί τα μάτια έξω. Δεν ντρέπεσαι, τσογλάνι, να παίρνεις μάτι την θεία σου;»

Είχε κατεβεί από την καρέκλα και με πλησίαζε αποφασιστικά, με βλέμμα που με πάγωνε, έτοιμη να με κατασπαράξει, αλλά και θριαμβευτικό και προκλητικό μαζί. Είχα γίνει κατακόκκινος από την ντροπή μου -παρέλειψα να σας πω ότι ήμουν πάντοτε πολύ ντροπαλός- ήθελα, να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Έκανα ένα-δυο βήματα πίσω, μεχρι που σταμάτησα με την πλάτη στον τοίχο. Η θεία με πλησίαζε, ένιωθα την ανάσα της. Συνέχισε:

«Να το πω στη μάνα σου, κακομοίρη μου, μαύρο φίδι που σ' έφαγε.» Τα λόγια της μ' έκαναν να τρέμω, κάθε ίχνος δύναμης που μου είχε απομείνει, χάθηκε. Ήμουν πια παιχνίδι στα χέρια της.

«Λες και δεν σε βλέπω, τσογλάνι, που με παίρνεις μάτι πόσην ώρα.» Και τοτε, κάρφωσε το βλέμμα της στο παντελόνι μου και με αποτελείωσε:

«Τί είν' αυτό; Σου σηκώθηκε;» Φώναξε αγανακτισμενη κι έκπληκτη τάχα: «Σου μιλάω τόση ώρα κι εκεί με γράφεις εσύ; Καλά, δεν ντρέπεσαι λίγο, τσογλάνι; Σου μιλάω. Έχεις σηκωμάρες, χρυσό μου; Καλά, δεν πιστεύω να σου σηκώνεται τώρα; Με την θεία σου σου σηκώνεται αλήτη, χάθηκες κακομοίρη μου, στους γονείς σου και στον άντρα μου θα το πω έτσι και σου σηκώνεται με την θεία σου - λέγε, σου έχει σηκωθεί; λέγε!» με βομβάρδιζε αλύπητα.

«Όχι, όχι», έκανα ικετευτικά, τρέμοντας ότι θα το πει στους γονείς μου και στον θείο.

Και τότε με πλησίασε, σχεδόν κολλητά επάνω μου. Με κάρφωσε με το βλέμμα της. Είχα παραλύσει. Και χωρίς να πει τίποτα, ενώ με κάρφωνε πάντοτε και με κρατούσε απολιθωμέενο και κατακόκκινο σαν πατζάρι με το αυταρχικό της βλέμμα, έβαλε το χέρι της και με χούφτωσε. Με είχε πραγματικά στο χέρι! - κυριολεκτικά και μεταφορικά!

Ένα κοροϊδευτικό, χυδαίο χαμόγελο γράφτηκε στα χείλη της. Με χούφτωνε επάνω από το παντελόνι, έλιωνα στην παλάμη της.

«Δεν σού 'χει σηκωθεί, ε, λες και ψέματα! Σα δεν ντρέπεσαι, αλήτη! Με την θεία σου καυλώνεις, τσογλάνι! Αλήθεια τώρα, πες χρυσό μου, έχεις σηκωμάρες; Έχεις κάψες με την θεία σου; Αχ, μην το πω στους γονείς σου, κακομοίρη μου... Καυλιάρη, ε καυλιάρη!»

Με χούφτωνε, με μαλάκιζε, είχε κολλήσει πάνω μου, καιγόμουν από την καύλα, από την σάρκα και την ανάσα της, κι από τον φόβο μου και την ντροπή μου. Με μαλάκιζε και με κορόιδευε, έλιωνα στο χέρι της, με έκανε σκουπίδι, κόντευα να λιποθυμήσω.

«Να με κοιτας στα μάτια όταν σου μιλώ», ούρλιαξε και με χούφτωσε δυνατότερα. Με κάρφωσε πολύ αυστηρά με το βλέμμα και με χούφτωσε ακόμα πιο δυνατά, επάνω από το παντελόνι πάντα, μαλακίζοντάς με.

Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Έχυσα. Έχυσα πάνω μου, μέσα στο παντελόνι μου, κάτω από την πίεση της παλάμης της. Ένιωθα να πνίγομαι στα χύσια μου και να χάνομαι στην ντροπή.

Και τότε άφησε το χέρι της, και, κολλητά πάντοτε πάνω μου, το βλέμμα της από αυστηρό ξανάγινε κοροϊδευτικό, ακόμα πιο κοροϊδευτικό, χυδαία χλευαστικό και θριαμβευτικό μαζί, και μια λέξη μονάχα βγήκε από τα χείλη της:

«Μαλάκα!» μου είπε αργά και με περιφρόνηση, σαν να με έφτυνε στα μουτρα. Και έσκασε στα γέλια. με κοιτούσε, χαμένο μεσα στην ντροπή και στα χύσια μου, κατακόκκινο σαν πατζάρι και αποσβολωμένο, και γελούσε δυνατα· γελούσε τρανταχτά, στα μούτρα μου, σαρκαστικά, ασταμάτητα, σαν με ασυγκράτητους σπασμούς θριαμβευτικού οργασμού.

«Μαλάκα!» μου ξανάπε, μέσα στα γέλια της, και συνέχισε να γελά τρανταχτά. Με είχε κάνει σκουπίδι, με είχε τσακίσει.

Σταμάτησε ξαφνικά το γέλιο και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι.

«Τσακίσου φύγε, να μην σε βλέπω, ρεζίλη, τσακίσου φύγε αμεσως!» φώναξε αυστηρά και θυμωμένα.

Έφυγα σαν δαρμένο σκυλί.

Έγιναν κι άλλα πολλά από τότε με την θεία μου. Δεν σας είπα ότι ήταν και καθηγήτρια σε κάποιο σχολείο. Μου έμαθε τρόπους με την βέργα. Με έκανε να σέρνομαι μπροστά της και να φιλώ τα πόδια της. Μου έκανε τον πισινό να καίγεται απ' τις ξυλιές με την βέργα. (Και αφού μου τις είχε βρέξει, με έβαζε τιμωρία, να στέκομαι όρθιος μπροστά της, προσοχή, ενώ αυτή αναπαυτικά και προκλητικά, σταυροπόδι στην πολυθρόνα, απολάμβανε το ουίσκυ και το τσιγάρο της και με ψάρωνε, με πάγωνε και με κορόιδευε καρφώνοντας με με το βλέμμα της. Κι εγώ, όρθιος μπροστά της, γυμνός και δαρμένος, ακίνητος σε στάση προσοχής, ή να τραβώ μαλακία, να τα μαζεύω στην χούφτα μου (τρέμοντας μην μου χυθούν κάτω και φάω πολύ, πολύ ξύλο), να τα γλύφω και να τα καταπίνω, ή να κάνω επί τόπου τροχάδην μέχρι να ξεθεωθώ, ή πους-απς (και σε κάθε κάμψη να φιλώ τα πόδια της). Ή, πάλι σε στάση προσοχής, να λέω τι ρεζίλης είμαι και γιατί μου άξιζε που τίς έφαγα (κι αν δεν έλεγα σωστα το μάθημά μου έτρωγα κι άλλες). Και σηκωνόταν μετά αδιάφορα από την πολυθρόνα της, με κάρφωνε με το βλέμμα και μου φυσούσε τον καπνό από το τσιγάρο στο πρόσωπο· ή με έφτυνε κατάμουτρα, και με κατσάδιαζε, με απειλούσε, με έβριζε ή με κορόϊδευε και με περιγελούσε, κατά την όρεξή της. Και άλλα πολλά, που θα τα διηγηθώ σε επόμενα...

Στ' αλήθεια με είχε κάνει δούλο της, φιλιππινέζα της, χαλί να με πατάει. Με ταπείνωσε, με ξευτέλισε, μου έσπασε κάθε τσαμπουκά και απειθαρχία, μου τσάκισε κάθε άλλη θέληση εκτός από το να την υπηρετώ. Μου έμαθε τρόπους, με έμαθε ποια είναι η αφέντρα, η γυναίκα - γκομενάρα και θεά, και ποια η δική μου θέση του δούλου: μόνο να τήν υπηρετώ, να χαίρομαι, να ερεθίζομαι και να χύνω όταν γινόμουν άξιος δούλος της, άξιος να δείξει την εξουσία και την δύναμή της με όλη της την μεγαλοπρέπεια επάνω μου.

Κανά χρόνο όμως μόλις κράτησε αυτό (παραπάνω κι από αρκετό όμως...) Μετά χώρισε με τον θείο -ποτέ δεν έμαθα γιατί, αλλά μια τέτοια γυναίκα ποιος θα μπορούσε να τήν κουμαντάρει- και δεν την ξαναείδα. (Ψέματα είπα ότι δεν ξέρω γιατί χώρισε. Χώρισε γιατί είχε εραστές, και το λέω γιατί τον έναν τον είδα· τον είδα και τον γνώρισα, όσο κι αν δεν θέλω να το θυμάμαι. Μου τον γνώρισε αυτή, δηλαδή, η σκύλα, και δεν τολμώ να πω τι κάνανε μπροστα μου, και τι μου κάνανε...) Έναν χρόνο κράτησε λοιπόν αυτό, αν όχι λιγότερο, και πέρασε πολύς καιρός από τοτε, αλλά πάντοτε θυμάμαι το βλέμμα της να με ψαρώνει. Κι από τότε, όποτε βλέπω γυναίκα τα χάνω και νιώθω την δύναμή μου να παραλύει και θέλω να γονατίσω μπροστά της, να σκύψω στο έδαφος και να φιλήσω τα πόδια της, να με πατήσει κάτω, όπως ταιριάζει σε γυναίκα αφέντρα και σ' εμένα τον δούλο της. Η γυναίκα, η κάθε γυναίκα, με παραλύει και μόνο που με κοιτάζει ψαρώνω και κοκκινίζω, και δεν έχω άλλη δύναμη και θέληση παρά για να κάνω ό,τι μπορώ για να μπορέσει να δείξει την θεϊκή γυναικεία εξουσία και δύναμή της επάνω μου. Και ακόμα φέρνω στο μυαλό μου την θεία μου να με λιώνει στην παλάμη της εκείνη την πρώτη ημερα, νιώθω να χάνομαι καθώς με σφίγγουν τα χυμώδη, δυνατά της μπούτια και κωλομέρια, και χύνω καθώς το παίζω στην τουαλέτα.

[Συνεχίζεται. Επόμενο κεφάλαιο: «Η σκύλα γυναικάρα» (περιγραφή της θείας)]